45293_372719532819258_1763182272_n

«Γεννήθηκες άτυχος. Όπως και πολλοί άλλοι. Οι γονείς σου δε σου κληροδότησαν τίποτα άλλο πέρα απ’ τη φτώχεια και τη δυστυχία τους. Την ίδια μοίρα είχαν πολλοί άλλοι. Δεν είχες ευκαιρίες. Όπως πολλοί άλλοι. Ήξερες ότι ο κόσμος χωρίζεται σ’ αυτούς που παράγουν τον πλούτο με τον ιδρώτα και το αίμα τους και σ’ αυτούς που κατέχουν αυτό τον πλούτο παράνομα, χωρίς να τους ανήκει πραγματικά. Διάλεξες να πας με τους δεύτερους. Όχι να γίνεις ένας απ’ αυτούς, αλλά να γίνεις δούλος τους. Ένας δούλος υπάκουος και πειθήνιος. Γιατί ένας υπάκουος δούλος έχει πάντα την εύνοια του αφεντικού του. Όπως ένα πιστό σκυλί.

Σου έδωσαν στολή και όπλο. Και τότε αισθάνθηκες πανίσχυρος. Χτυπούσες με μανία τους απόκληρους και τους αδύναμους αυτού του κόσμου για να εκδικηθείς για την άδεια σου ζωή. Ήξερες ότι δε φταίγαν αυτοί, αλλά δε δαγκώνεις το χέρι που σε ταΐζει. Έτσι σκότωσες και τη λίγη ανθρωπιά που σου είχε απομείνει. Γιατί όσο χτυπάς, τόσο αποκτηνώνεσαι. Το μεγαλύτερο θύμα σου είσαι εσύ ο ίδιος.

Περνούσαν τα χρόνια και είχες την ψευδαίσθηση ότι ζεις ενώ είχες πεθάνει. Τίποτα δε μπορούσε να ταράξει τον αιώνιο ύπνο σου. Ώσπου κάποια στιγμή είδες ένα νέο παιδί να χαμογελάει. Το χαμόγελό του σε πείραξε κι ας μην το παραδέχεσαι. Μα δε σε πείραξε μόνο. Ήταν κάτι παραπάνω. Σε τρομοκράτησε. Ένα παιδί μεγαλωμένο σ’ ένα κόσμο που τα πάντα πουλιούνται και αγοράζονται, ένα παιδί που το περίμενε ένα μέλλον σκληρό και απάνθρωπο, ένα παιδί που το προοόριζαν για άλεσμα στην κρεατομηχανή είχε το θράσος να χαμογελάει. Δεν το άντεξες. Τι θα γινόταν αν αυτό το φαινόμενο έπαιρνε διαστάσεις επιδημίας; Αν σε κάθε γωνία αντί για φοβισμένους ανθρώπους αντίκρυζες παιδικά χαμόγελα; Ήξερες ότι αυτό το χαμόγελο είναι πιο δυνατό απ’ τα δακρυγόνα και τις σφαίρες.

Και αποφάσισες να το σβήσεις. Μα για κακή σου τύχη σκότωσες ένα παιδί, αλλά όχι το χαμόγελό του. Αυτό το χαμόγελο θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Γιατί μάθε ότι η ελπίδα και η ανθρωπιά δεν έχουν πατρίδα.

Κάποτε θα βγεις απ’ τη φυλακή, αλλά ελεύθερος δε θα ‘σαι ποτέ. Δεκαέξι αθώα χρόνια, μια ζωή που δεν πρόλαβε ν’ ανθίσει, θα σε στοιχειώνουν.

Θα μπορούσες να είσαι εργάτης σε κάποιο εργοστάσιο, οικοδόμος, σερβιτόρος σε κάποιο εστιατόριο. Θα μπορούσες να βγάζεις το ψωμί σου τίμια. Θα διαπίστωνες ότι δεν είσαι μόνος. Ότι υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένα.

Θα μοιραζόσουν μαζί τους τις χαρές και τις λύπες σου. Θα χαιρόσουν για τις μικρές νίκες. Θα ονειρευόσουν έναν κόσμο όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι ελεύθεροι και ίσοι, έναν κόσμο όπου δε θα υπάρχουν πεινασμένοι. Έναν κόσμο όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι αδέλφια. Θα καταλάβαινες τότε ότι δεν είσαι ο μόνος που έχει αυτό το όνειρο. Και θα έβγαινες στους δρόμους. Και θα μάθαινες ότι αυτό το όνειρο βρίσκεται στις καρδιές πολλών ανθρώπων εδώ και πολλά χρόνια και ότι αυτοί οι δρόμοι έχουν βαφτεί με το αίμα τους. Και θα δάκρυζες. Γιατί οι άνθρωποι που ονειρεύονται ξέρουν να πονάνε και να κλαίνε, όπως ξέρουν και να γελάνε. Το βράδυ θα έλεγες στα παιδιά σου ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τους τα μαθαίνουν στο σχολείο. Ότι μπορούν να ζήσουν σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Και τότε μέσα στα μάτια των παιδιών σου θα έβλεπες εικόνες απ’ τον κόσμο που ονειρεύεσαι.

Και όταν η ζωή σου θα εφτανε στη δύση της θα ήξερες ότι δεν πήγε χαμένη. Ότι έβαλες κι εσύ το λιθαράκι σου για να σκορπίσει το σκοτάδι που μας εμποδίζει να δούμε όσα αγαπάμε. Ότι δε γεννήθηκες τυχαία άνθρωπος. Θα μπορούσες να είσαι με την πλευρά αυτών που πονάνε, αυτών που κλαίνε, αυτών που παλεύουν, αυτών που γελάνε. Θα μπορούσες να είσαι με το δίκιο. Με άλλα λόγια θα μπορούσες να παραμείνεις άνθρωπος. Θα σου έδινα το χέρι και θα έπαιρνα δύναμη απ’ τη δύναμή σου.
Λυπάμαι που δε μπορώ να σε συγχωρέσω.

Διάλεξες τη λάθος πλευρά».

Advertisements